γλύτωμα


γλύτωμα
[плитома] ста. Θ. спасение

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γλύτωμα" в других словарях:

  • γλύτωμα — το και γλυτωμός, ο [γλυτώνω] 1. απαλλαγή από κάποιο κακό, λύτρωση 2. αποπεράτωση (κάποιου έργου) 3. (για χρέος) απαλλαγή …   Dictionary of Greek

  • εκφυγή — η (Α ἐκφυγή) 1. η (λαθραία) διαφυγή, φυγή, διολίσθηση 2. διάσωση, γλύτωμα, γλυτωμός …   Dictionary of Greek